Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων

Trending-news
     CNA   `Ετοιμος για εποικοδομητική συνεργασία με τη Λουτ ο Πρόεδρος, τονίζει στο ΚΥΠΕ ο Προδρόμου     CNA   Στη Λευκωσία την Κυριακή ο Φινλανδός Πρωθυπουργός για συνάντηση με Πρόεδρο Αναστασιάδη     CNA   ΕΑΤ: Τη μεγαλύτερη μείωση στα ΜΕΔ από τον Ιούνιο του 2017 κατέγραψε η Κύπρος     CNA   -Εγκρίθηκε ο κρατικός προϋπολογισμός για το 2019, δέσμευση του ΕΣΤΙΑ     CNA   
'Μαμά πού πας' από το ΘΟΚ και την Μιμή Ντενίση - Συνέντευξη στο ΚΥΠΕ
ΚΥΠΕ - Αργυρώ Αγγελίδου - ΚΥΠΡΟΣ/Λευκωσία 11/12/2012 14:08


Η κόρη είναι βουτηγμένη στα «δήθεν» της υψηλής κοινωνίας του Μανχάταν, διατηρεί γκαλερί με έργα τέχνης που μόνο εκείνη βλέπει μέσα τους βάθος. Tο βάθος το δικό της, ωστόσο, είναι στραμμένο στους τραπεζικούς της λογαριασμούς και στις κοσμικές στήλες των περιοδικών. Δεν έχει αποκτήσει με το σύζυγό της παιδιά, φοβούμενη ότι αυτός ο ρόλος είναι δύσκολος και εκεί που χάνεται η ροή των σχέσεων η τροπή της ζωής της αλλάζει.

Η μάνα της, η οποία είναι τελικά η μόνη που ξέρει πού πάει, είναι μια βέρα Ελληνίδα της Αμερικής, με ένα χυμώδη χαρακτήρα και μια προσωπικότητα που μεταμορφώνεται και αποφασίζει στα ογδόντα να ζήσει τον έρωτα με ένα πολύ μεγαλύτερό της άνδρα (Ντίνος Λύρας).

Λέει τα πράγματα με το πραγματικό τους όνομα, δεν κρύβεται πίσω από επώνυμες γκαρνταρόμπες αλλά αισθάνεται μέσα της πόσο ακριβές είναι οι ανθρώπινες σχέσεις, κάτι που η κόρη της έχει ξεχάσει κάπου ανάμεσα στα πρέπει των σύγχρονων αστών και στην «nouvelle cuisine», που στην ουσία είναι ένας «λούτσος με ξύδι», την κοροϊδεύει η μάνα της.

Οι πρόβες στην Κεντρική Σκηνή του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου (ΘΟΚ) βρίσκονται στο ζενίθ τους για την πρεμιέρα της 14ης Δεκεμβρίου με το έργο «Μαμά πού πας;» (Social Security) του Andrew Bergman σε ελεύθερη απόδοση από την Μιμή Ντενίση, η οποία και πρωταγωνιστεί μαζί με τους Βαρνάβα Κυριαζή, Έλενα Παπαδοπούλου, Ανδρέα Τσουρή, Αννίτα Σαντοριναίου και Ντίνο Λύρα.

Η Μιμή Ντενίση, παρόλο που από νωρίς το πρωί έχει φύγει για πρόβα και εγώ την συναντώ δώδεκα ώρες μετά, είναι φρέσκια, ελαφρώς μακιγιαρισμένη. Επιμένει να πιούμε ζεστό πράσινο τσάι και να καθίσουμε στους αναπαυτικούς δερμάτινους καναπέδες του ξενοδοχείου όπου διαμένει. Φωνάζει τη σερβιτόρα με τ’ όνομά της και δεν αρκείται σε ένα νεύμα, γνωρίζει ποιος πορτιέρης δουλεύει και σε ποια βάρδια, και όταν της χαρίζω και εγώ ένα χριστουγεννιάτικο στολίδι για το δωμάτιό της, με σιγουριά αποκαλεί το χώρο «σπίτι της».

Αρχίζοντας από τον τίτλο του έργου «Μαμά που πάς;» την ρωτάω εάν έχει διαφοροποιηθεί η σχέση της με τη δική της μάνα. Είπε ότι η μητέρα της ήταν και είναι πάντα μια πολύ σύγχρονη και προχωρημένη γυναίκα και το έργο μιλά για τελείως διαφορετικού τύπου γυναίκες, όπως είναι οι περισσότερες μητέρες, αν και όπως, λέει στη συνέχεια η κ. Ντενίση η μάνα του έργου (Αννίτα Σαντοριναίου) έχει  ένα κοινό στοιχείο με τη μαμά Ντενίση γιατί η μάνα είναι πολύ αυθεντική μέσα στο έργο.

Για το δικό της ρόλο αναφέρει ότι η κόρη που ενσαρκώνει είναι πολύ επηρεασμένη από τη σύγχρονη κοινωνία και είναι αυτό που οδήγησε όλες τις χώρες στην κρίση. Εξηγεί ότι η κόρη είναι πολύ δήθεν, είναι γκαλερίστα στο Μανχάταν, και μέσα από άδεια πράγματα βλέπει διάφορα, όλα τα φαγητά που μαγειρεύει έχουν περίεργα ονόματα και πάντα υποστηρίζει ότι είναι «nouvelle cuisine».

Η αυθεντική όμως μάνα της, που λέει  τα πράγματα με το όνομά τους, εκεί που η κόρη ανακοινώνει πως το δείπνο είναι μους ασημένιου ψαριού με μια σταγόνα αίμα, η μητέρα της γελάει και ονομάζει το γκουρμέ δείπνο «λούτσο με ξύδι».

Η κ. Ντενίση δηλώνει ότι μου αρέσει πολύ αυτή η σχέση γιατί είναι η μάνα που επαναφέρει την κόρη στο αληθινό και το αυθεντικό και έτσι είναι και η μαμά μου, αυθεντική, πιο μετριοπαθής, και πάντα υποστηρίζει ότι μπορώ να κάνω και καλύτερα, αν και είναι πολύ εύχαρις μετά από κάθε παράσταση της κόρης της.

Για τη μητέρα της ηρωίδας, γύρω από την οποία σχηματίζεται ο κλοιός του γέλιου αλλά και της πιο βαθιάς σκέψης, η κ. Ντενίση δηλώνει ότι ερωτεύτηκε στα ογδόντα της χρόνια και εκεί βρίσκεται η κωμικότητα και είναι αυτός ένας λόγος για τον οποίο πρότεινε αυτό το έργο στον ΘΟΚ γιατί αυτό το έργο δίνει μια ελπίδα.

 

Προσθέτει ότι είναι αυτό που έγραψαν οι «Times» στην Αμερική ότι είμαστε αυτό που νιώθουμε και το νιώθουμε μέχρι το τέλος. Το «Μαμά που πάς;», συνεχίζει η Μιμή Ντενίση, δίνει ένα μάθημα ζωής μέσα από ένα έρωτα ανθρώπων της τρίτης ηλικίας ο οποίος είναι εξίσου αυθεντικός με ένα νεανικό.

 

Όπως είπε η κ. Ντενίση, αυτό είναι ένα μεγάλο μάθημα για την κόρη η οποία έχει μπει στα πλοκάμια μιας κοινωνίας δήθεν σοφιστικέ και όταν συνειδητοποιεί μέσα από τη ζωή της μαμάς της ότι χάνει τη δική της ζωή λέει στο σύζυγό της (Βαρνάβα Κυριαζή) ότι τα τελευταία χρόνια ασχολούμαστε μόνο με το τι πουλήσαμε, τι πήραμε και τι έγραψαν για εμάς και επιχειρεί στροφή προς τα γήινα.

Αναφερόμενη στα όσα συμβαίνουν σε Ελλάδα και Κύπρο με την είσοδο των δυο χωρών στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης, η κ. Ντενίση είπε ότι «αφήσαμε την φήμη, τα χρήματα και την δημόσια εικόνα να κυριεύσουν την δική μας ζωή και χάσαμε το πιο σπουδαίο : τις σχέσεις μας».

Παραλληλισμός με το έργο είναι η σκηνή στην οποία όλοι κοροϊδεύουν την μάνα που ερωτεύτηκε στα 80 της χρόνια, λέγοντας από την πλευρά της η ηλικιωμένη κυρία ότι «δεν ξέρεις πότε θα σου έρθει το καλό και τι σχέδια έχουν οι από πάνω».

Για τη δική της σχέση με την κόρη της, Μαριτίνα, λέει ότι δεν έχουν μεταξύ τους απόσταση, ξέρει τι την απασχολεί, τι την φοβίζει, τα φλερτ που αρχίζουν και ξεκινούν σιγά – σιγά στο μυαλό και πιστεύει ότι δεν υπάρχει ωραιότερο πράγμα από το να είναι κοντά γονείς και παιδιά χωρίς να υπάρχει ισοπέδωση.

Δεν είμαι υπέρ της άποψης ότι όλα ισοπεδώνονται και ότι είμαστε και φίλες με την κόρη μου. Δεν μπορώ να πω τα προσωπικά μου στην Μαριτίνα ούτε είναι σωστό γιατί το παιδί είναι παιδί, εξηγεί.

Για τον συγγραφέα,  Andrew Bergman, τον χαρακτηρίζει ένα εξαίρετο σεναριογράφο, ο οποίος έχει κάνει πολύ επιτυχημένα φιλμ στα οποία πρωταγωνιστούσαν η Ντέμι Μουρ, ο Αλ Πατσίνο και πολλοί άλλοι, ενώ σύμφωνα με αμερικανικά έντυπα αυτό το έργο και μόνο να έγραφε,  τον καθιερώνει μέσα στο θεατρικό χώρο, γιατί είναι ένα έργο που πας να το δεις για να γελάσεις και, ναι, είναι ώρες – ώρες ξεκαρδιστικό, αλλά σου περνάει πάρα πολλά μηνύματα για την τρίτη ηλικία, τις σχέσεις για την αισιοδοξία στην ζωή, για τον ψεύτικο συντηρητισμό για το δήθεν στην τέχνη και στην κοινωνία.

Η Μιμή Ντενίση δηλώνει κατά των κενών έργων, αν και της αρέσει η κωμωδία, αλλά όχι μια σαχλαμάρα που ανοιγοκλείνουν την πόρτα, ένας γδύνεται λέει δύο τρία βρομόλογα και εσύ γελάς. Αυτό δεν με ενδιαφέρει, καθιστά σαφές.

Από το έργο μου περιγράφει μια σκηνή που οι δυο ηλικιωμένοι κάνουν ερωτική εξομολόγηση αλλά έχουν και οι δύο βαρηκοΐα και δεν ακούνε ο ένας τον άλλο.

Στην υπόθεση παρεισφρύουν και η αδελφή της (Έλενα Παπαδοπούλου) και ο σύζυγός της Ανδρέας Τσουρής, οι οποίοι είναι «προσγειωμένοι», δεν τρώνε ιαπωνική κουζίνα, ντε και καλά επειδή είναι «in», δεν αντιλαμβάνονται τον ρόλο που εξυπηρετεί η μεταμοντέρνα τέχνη και ο αφαιρετισμός αλλά δεν είναι και συνεχώς σκυμμένοι στους τραπεζικούς λογαριασμούς τους και τα κίτρινα φύλλα.

Για την Μιμή Ντενίση, το θέατρο δεν είναι δουλειά, είναι τρόπος ζωής, και έστω κι αν στο έργο δεν έχει αποκτήσει παιδιά, αυτό που «κλέβει» το ολιγόλεπτό της διάλειμμα είναι η κόρη της η οποία θα έρθει να κάνει με την μητέρα της Χριστούγεννα στην Κύπρο.

Ο ΘΟΚ βρήκε την Μιμή Ντενίση σε μια «έφοδο» του τέως Προέδρου του Διοικητικού του Συμβουλίου Δημήτρη Καραγιάννη στην Αθήνα, ο οποίος είδε «Το άνθος του κάκτου», την κωμωδία των Πιερ Μπαριγέ- και Ζαν Πιερ Γκρεντί,  στο Θέατρο Ιλίσια – Ντενίση, με πρωταγωνίστρια την ίδια, της ζήτησε την ελεύθερη διασκευή του έργου που είχε αυτή κάνει αλλά ταυτόχρονα την κάλεσε και στο νησί και έτσι αρχίζει και η σχέση της με την Κύπρο.

Ερωτηθείσα για τη συνεργασία της με τον ΘΟΚ, είπε ότι ως κρατικός οργανισμός με τα προβλήματά του και τη δυσκινησία που κάποτε έχουν οι κρατικοί οργανισμοί, το μεγάλο ατού του ΘΟΚ είναι το πολύ καλό επιτελείο ηθοποιών. Ειδικά για την παράσταση «Μαμά που πάς;» η κ. Ντενίση αισθάνεται τυχερή για το καστ με το οποίο «έδεσε» απόλυτα, ο ένας συμπληρώνει τον άλλο και επειδή ακριβώς βρίσκονται στο ίδιο καλλιτεχνικό επίπεδο έχουν φθάσει στο σημείο να διορθώνει, μάλιστα, ο ένας τον άλλο με εποικοδομητικό αποτέλεσμα.

Η κ. Ντενίση δηλώνει ότι είναι «αδύναμος» διοικητικά ο ΘΟΚ, πρέπει να ενισχυθεί η ομάδα στήριξης των θεατρικών σκηνών, το Τμήμα Προβολής και Δημοσίων Σχέσεων ώστε μαζί και με το εκπληκτικό νέο κτήριο του ΘΟΚ να αναδείξουν ακόμη καλύτερα τους εξαίρετους ηθοποιούς που διαθέτει.

Επιμένει ότι ηθοποιός δεν γίνεσαι «μόνο από την τηλεόραση» αλλά για να πάρεις το στέμμα του ηθοποιού πρέπει πρώτα να παίξεις στο θέατρο, να μυρίσεις σανίδι, να πατήσεις σανίδι και να νιώσεις τον παλμό του κόσμου, να αναπτύξεις σχέση άμεση με το κοινό και όχι το τηλεοπτικό κοινό το οποίο είναι πιο απόμακρο. Η κ. Ντενίση δηλώνει ότι μπορεί τα ποσοστά τηλεθέασης να είναι ένας κριτής αλλά καλύτερος κριτής είναι αυτός που η ανάσα σου σμίγεται με την δική σου μέσα από τον θεατρικό λόγο, είτε τραγικό είτε κωμικό…

Η ίδια θα μπει και στα σπίτια του Κύπριου τηλεθεατή μετά την πρεμιέρα στον ΘΟΚ ενώ συνεχίζει να διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας μαζί με μια επίλεκτη ομάδα από ανθρώπους του θεάτρου, ηθοποιούς, σκηνοθέτες, σκηνογράφους.

Το βλέμμα της ίσως και το μυαλό της άξαφνα έχουν ξεφύγει από το άτομό μου. Δικαιολογείται ότι είναι αυτό το μεταφυσικό του ηθοποιού που ζει δυο ζωές, την πραγματική του ζωή και εκείνη που προκύπτει μέσα από τον θεατρικό του ρόλο. Όταν για λίγα δευτερόλεπτα ήμουν αλλού, δηλώνει, εκείνη την στιγμή αναπολούσα παλιές συνεργασίες με τον Θανάση Βέγγο, τον Αλέκο Αλεξανδράκη, την Αλίκη Βουγιουκλάκη.

Κλείνω το κασετόφωνό μου και πίνω την τελευταία γουλιά από το τσάι μου. Έχω απέναντί μου την Μιμή, μια σύγχρονη γυναίκα του σήμερα, μια μητέρα που παραδοσιακά λατρεύει το παιδί της, που μάχεται να σβήσει παλιούς έρωτες για να βρει καινούργιους. Πάντως έναν έρωτα θα τον έχει εφ’ όρου ζωής : Το θέατρο και την μυρουδιά από το σανίδι….

Την Σκηνοθετική Επιμέλεια του «Μαμά που πάς;» υπογράφει ο Χρίστος Ζάνος, τα σκηνικά έφτιαξε ο Γιώργος Τσάππας, τα κοστούμια ο Νικόλας Κυριάκου, στο σχεδιασμό των φωτισμών είναι ο Σταύρος Τάρταρης και Βοηθός Σκηνοθέτης η Τζωρτζίνα Τάτση.

Παραστάσεις μετά την πρεμιέρα, στην Κεντρική Σκηνή του ΘΟΚ, κάθε Παρασκευή και Σάββατο στις 20.30 και κάθε Σάββατο και Κυριακή στις 18.00.  Λόγω εορταστικής περιόδου παράσταση θα δοθεί και την Πέμπτη στις 27 Δεκεμβρίου κατ’ εξαίρεση.

(ΚΥΠΕ/ΑΑΓ/ΜΜ)

                         



*Τα πνευματικά δικαιώματα ανήκουν στο ΚΥΠΕ και παραχωρούνται μόνον σε συνδρομητές για συγκεκριμένη χρήση.
   

Κλείσιμο:14/12/2018
Όγκος:124.021,86
CSE:65,340  1,330%
FTSE/CySE:39,180  1,290%
Λευκωσία19°C
Λάρνακα19°C